Θησέως 40 Μαρούσι, Τ.Κ. 15124


  Καλέστε στο : 213 033 58 21

Στένωση Καρωτίδων

Τι είναι η στένωση καρωτίδων

Η καρωτιδική στένωση είναι η νόσος που χαρακτηρίζεται από την δημιουργία αθηρωματικής πλάκας στον καρωτιδικό διχασμό που έχει σαν συνέπεια την στένωση των αγγείων. Σπάνια η στένωση μπορεί να μην οφείλεται σε αθηρωματική βλάβη, αλλά σε άλλα αίτια (π.χ. ινομυϊκή δυσπλασία).

Συμπτώματα

Δυστυχώς στην πλειοψηφία των ασθενών το πρώτο σύμπτωμα στένωσης καρωτιδών μπορεί να είναι εγκεφαλικό επεισόδιο (μικρής ή μεγάλη βαρύτητας). Ωστώσο υπάρχουν και ασθενείς στους οποίους το πρώτο σύμπτωμα μπορεί να είναι ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο. Αυτό σημεαίνει απώλεια της συνείδησης ή της όρασης από το ένα μάτι, διαταραχές της ομιλίας, μούδιασμα του ενός χεριού/ποδιού με χρονική διάρκεια που ποικίλει από μερικά λεπτά έως και ώρες.

Αντιμετώπιση

Αναλόγως του ποσοστού στένωσης του ασθενούς διαφοροποιείται και ο τρόπος αντιμετώπισης της πάθησης. Σε περίπτωση που το ποσοστό της στένωσης είναι ανάμεσα στο 30% με 70% τότε ο ασθενής χρίζει φαρμακευτικής αντιμετώπισης και υπεινοδιαιτητικής αγωγής, δηλαδή διακοπή του καπνίσματος, σωματική άσκηση, δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά και ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου.
Σε περίπτωση όμως που το ποσοστό είναι μεγαλύτερο του 70% ο ασθενής χρίζει χειρουργικής αντιμετώπισης με τις επιλογές να είναι ενδαρτηεκοτμή ή αγγειοπλαστική της καρωτίδας. Και στις δύο μεθόδους είναι αναγκαία η γενική αναισθησία του ασθενούς, ενώ γίνεται και μια μικρή τομή στον τράχηλο.
Στην περίπτωση της ενδαρτηεκτομής παρασκευάζεται και διανοίγεται η καρωτίδα και αφού αφαιρεθεί η αθηρωματική πλάκα, η καρωτίδα συγκλείεται είτε άμεσα είτε με τη χρήση ενός εμβαλώματος. Η διάρκεια της επέμβασης είναι μία με δύο ώρες, με την πιθανότητα σοβαρών επιπλοκών να είναι μικρότερη του 3%.
Στην περίπτωση της αγγειοπλαστικής γίνεται ανακατανομή της αθηρωματικής πλάκας στο αγγειακό τοίχωμα με τη χρησιμοποίηση ενός stent ή μιας συσκευής εγκεφαλικής προστασίας. Η διάρκεια της επέμβασης είναι περίπου μία ώρα, με την πιθανότητα σοβαρών επιπλοκών να είναι ανάμεσα στο 3% με 5%.